9/6/09

«Τα πέταλα του Ηφαίστου»

Ο πιτσιρίκος καθόταν στο μαρμάρινο σκαλάκι της εξώπορτας του μαγαζιού κι έπαιζε με ένα πολύχρωμο ξύλινο κύβο-σπαζοκεφαλιά. Έμοιαζε προβληματισμένος, σκεφτικός, ωστόσο δεν έκανε καμία διαφορά, καθότι έτσι ήταν πάντα. Άγγιζε το παιχνίδι με τα δάχτυλα βαστώντας το σταθερά στις αφύσικα πλατιές παλάμες του και προσπαθούσε να του δώσει ανάσα, ματώνοντας συνάμα το μυαλό του. Στο πλακόστρωτο δρομάκι δεν υπήρχε ψυχή, μιας κι όλοι τρώγανε το μεσημεριανό τους. Μονάχα εκείνα τα χορτάρια -σαν χνούδια νεοσσών ήταν- που φύτρωναν με το στανιό ανάμεσα στις πλάκες, απέμεναν να καβουρδίζονται κάτω από τον καυτό ήλιο, πληρώνοντας έτσι την αυθάδειά τους. Ήταν ακόμη κι πραμάτεια του μαγαζιού που στεκόταν εκεί στωική, λογής λογής σιδερένια εργαλεία πυρωμένα από τη ζέστη, σκάλες διαφορετικού μεγέθους, πράσινα λάστιχα ποτίσματος κουλουριασμένα σαν οχιές κάτω από τον ήλιο, κι ότι άλλο τέλος πάντων δεν χώραγε στα ράφια αυτού του στενού, χαμηλοτάβανου χρωματοπωλείου. Ξ.Π. (απόσπασμα από διήγημα)

copyright no11509-2009