24/11/10

«Η αυτοκρατορία του μεμψίμοιρου»

Βαρέθηκα ν' ακούω αυτή την ασταμάτητη γκρίνια, την απύθμενη μιζέρια που ανακυκλώνεται παντού, στην τηλεόραση, στις παρέες, στο facebook, στο κυριακάτικο τραπέζι. Αυτή την μεμψίμοιρη στάση του φτωχού που πάντα τον εκμεταλεύονται, του στήνουν παγίδα, που δεν τον αφήνουν στην ησυχία του, που υπήρξε πάντα ένα αθώο θύμα συνομωσίας, που του παίρνουν τη μπουκιά απ' το στόμα, και που τελικά τον κάνουν πιο μίζερο από όσο θέλει να είναι.

Αρνούμαι να συναινέσω σ' αυτήν την ταπεινωτική υποβίβαση του έθνους μου σε ένα κατώτερο έθνος, μειονεκτικό, κουτσό, κομπλεξικό, λιγούρικο, άκαρπο, κατακεραυνωμένο και κακόμοιρο. Ως  Ελληνίδα δεν δέχομαι να θέσω τον εαυτό μου σε κατώτερο σκαλί από τους Γερμανούς και τους Τροϊκανούς. Η παραίτηση έχει πάρει το μέρος της αυτοεκτίμησης τώρα πια και σ' όποιον παραπονιέται θα ήθελα πολύ να ρίξω δυο χαστούκια, για να συνέλθει και για να πάψει με τούτη τη μοιρολατρεία της φτώχειας. Ο παππούς μου με ένα αμπέχωνο και ένα σαράβαλο τουφέκι πήρε τα βουνά της Αλβανίας χωρίς να τον σταματάει τίποτα. «Οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες» ήταν η περίφημη φράση του Τσώρτσιλ που έμεινε στην ιστορία, μόνο που τώρα από την ιστορία αποσυρθήκαμε εμείς αμαχητί.

Μου φαίνεται ότι έχουμε αγαπήσει τη φτώχεια μας,  αναπαράγουμε τη φιγούρα του Καραγκιόζη κουρελή και κάπου (λέω κάπου) ίσως και να μας εξιτάρει αυτή η εικόνα του φουκαρά που δε βρίσκει πουθενά φιλευσπαχνία.

Χωρίς να έχω ιδιαίτερες επιστημονικές γνώσεις, καταθέτω μονάχα τον απλοϊκό συλλογισμό μου, παρομοιάζοντας το κάθε έθνος με μια ανθρώπινη φιγούρα και σκέφτομαι πως -όμοια με μια μονάδα έτσι κι ένα έθνος- αν εγώ έχω συνηθίσει να λυπάμαι τον εαυτό μου κατηγορώντας τους άλλους για την κατάντια μου, τότε δεν πρόκειται ποτέ να σηκωθώ. Ούτε βέβαια να ενηλικιωθώ. Όχι ότι τα πράγματα πάνε καλά, ούτε ότι οι δυναμικότερες οικονομίες δεν έχουν βάλει στο μάτι τα νησιά και τα πετρέλαιά μου. Δυστυχώς όμως οι κοινωνίες ήταν πάντα φτιαγμένες για να επιβιώνει ο δυνατότερος, και παρατηρώντας τη φύση καταλαβαίνω πως κάτι τέτοιο δεν είναι παράτερο, μια και το ανάπηρο μικρό κουνελάκι θα γίνει μια χαψιά από το πρώτο λιοντάρι που θα συναντήσει. Μέχρι και τη στιγμή της ίδιας της σύλληψης στην απαρχή της δημιουργίας, μονάχα το δυνατότερο σπερματοζωάριο καταφέρνει να γονιμοποιήσει το ωάριο, γιατί; Για να βγει γερό παιδί.

 Αντί να κατηγορούμε τις πλούσιες χώρες για την απληστία τους (όχι, δεν επικροτώ τη λαιμαργία) θα ήταν καλύτερο να είχαμε οχυρωθεί, να είχαμε ενώσει τα χέρια εδώ και τριανταπέντε ολόκληρα χρόνια, να είχαμε δουλέψει συνετά και σοβαρά πάνω στην ανάπτυξη της χώρας μας. Η ελευθερία προϋποθέτει κάποια οικονομική ανξαρτησία.  Όλοι έπρεπε να είχαμε δουλέψει, όλοι για όλους κι ο καθένας για τον εαυτό του. Αντ' αυτού είμαστε με τη δικαιολογία στο στόμα, θα μου πεις τώρα για τους πολιτικούς, ότι εσύ δε φταίς, τί φταις κι εσύ ο καημένος που σου έκοψαν και το μισθό και δεν θα έχεις να πας στη Βίσση τα Χριστούγεννα. Αντί για Βίσση και βύσσινα, μήπως πρέπει να σου θυμίσω πριν μια δυο δεκαετίες που λέγαμε ότι ο Έλληνας ζυγό δεν σηκώνει και δεν κόβει τα μπουζούκια με καμία Παναγία και ας δουλεύουν οι Ευρωπαίοι για να πίνουμε στην υγειά του κορόϊδου; Το «μαζί τα φάγαμε» σε έθιξε, αλλά είναι η σαρκαστική αλήθεια, γιατί άμα δε σ άρεσαν οι πολιτικοί και το ξερες ότι κλέβανε γιατί τους ξαναψήφιζες;  Για να βάλουν τον ανηψιό σου στη δουλειά; Ποιά δουλειά, εκείνη την κοροϊδία που πάει μουτρωμένος στη δημόσια θεσούλα του κι αν φτάσει στην ώρα του παίρνει κι επίδομα, και γύρω στις 11 βγαίνει για καφέ και λαϊκή; Το μισθό όμως τότε τον έβαζε στην τσέπη και τον αποσιωπούσε, τώρα που κόβεται, κόπτεται κι εκείνος. Δε μας ένοιαζε τί θα απογίνουν οι άλλοι, έφτανε να έχουμε εμείς το μέσον για να βολέψουμε την πάρτη μας κι η κοινωνική αλληλεγγύη ήταν ανέκδοτο με τον Τοτό. Θεοποιήσαμε το «μέσον» τον πολιτικό της γειτονιάς μας, που μπορεί να δεχτεί στο γραφείο του. Κι όταν ο ρουσφετοπολιτικός σου έκανε τις αυθαίρετες  προσλήψεις του και στοιβάζονταν στο δημόσιο οι αχρείαστοι ναναι υπάλληλοι δεν είδα να κλείνουνε καμιά Ακρόπολη, όταν όμως τους διώξανε απ' το βόλεμα τότε  μόνο ταμπουρωθήκανε στον ιερό βράχο σαν Λυσιστράτες. Τί άλλο θες να σου πω, για τη λαμογιά που θεωρείται το καλύτερο προσόν κι από το κάθε μορφής διδακτορικού κι ότι εμείς σαν κοινωνία την υποδεχτήκαμε; Στην Ελλάδα έτσι είναι, ήταν η απάντηση αν εξέφραζες και παράπονο. Έχει επίγνωση της ανταγωνιστικής αγοράς ο Έλληνας φοιτητής που του αρκεί να έχει φραπεδιά και τάβλι για καμιά δεκαριά χρόνια; Να μιλήσω για επιχειρηματικότητα; Πας να νοικιάσεις ένα κατάστημα και σου ζητάνε «αέρα» όσο ένα διαμέρισμα για προίκα, το κράτος φταίει δηλαδή κι εδώ, ή εμείς που έχοντας μια ιδιοκτησία θέλουμε να ζούμε στις πλάτες αυτών που θα έχουν του κουράγιο -ή την ανόητη ιδέα- να νοικιάσουν το μαγαζί μας;

Τώρα που ανατράπηκε η βάρκα γκρινιάζουμε, πολύ δε μας πάει; Μην θέλουμε και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο γιατί καταντάμε γελοίοι.

Με τσατίζουν οι Γερμανοί κι ένας λόγος είναι ότι δεν είναι μεμψίμοιροι. Κι ακόμη γιατί θέλουν πολλά, ενώ εμείς αρκούμαστε στο να είμαστε είμαστε κλεφτοκοτάδες. Δυο φορές και μια  τρίτη σχεδόν τώρα έχουν φέρει τα πάνω κάτω κι όσες φορές κι αν καταστραφούν πάλι πρώτοι θα είναι, μου το εξηγείς; Ίσως γιατί είναι τόσο πεπεισμένοι ότι είναι η πιο ανώτερη φυλή, άλλο τόσο όσο κι εμείς ότι είμαστε η κατώτερη. Γι αυτό σου λέω κόφ' την κλάψα και δούλευε, μην τοποθετείς τον εαυτό σου στο τελευταίο σκαλάκι, για χατήρι του Σωκράτη και του Πλάτωνα δηλαδή. Το «όπου φτωχός κι η μοίρα του» είναι για τους ηττοπαθείς. Γιατί η μιζέρια είναι μια κακή συνήθεια και όσο την κολλάς πάνω σου τόσο γίνεσαι ένα μαζί της.

 Μεταμόρφωση. Δημιουργικότητα. Περηφάνεια. Είμαστε Έλληνες, ας μην το ξεχνάμε.