9/2/10

Καρναβάλι, Μάσκες και Κομέντια ντελ Άρτε

Λένε πως η πρώτη μάσκα εμφανίστηκε στα σκοτεινά υγρά κανάλια της Βενετίας κάποια νύχτα του 1200. Ηταν λευκή και χωρίς χαρακτηριστικά.

Πέρασαν 500 ολόκληρα χρόνια για να πάρει πλέον σχήματα, χρώματα, χαρακτήρες και ρόλους στη ζωή και στην τέχνη, τη μέρα και τη νύχτα, στα φανερά και στα κρυφά, για πλούσιους και φτωχούς, για άρχοντες και για υπηρέτες.

Κι έγινε συνήθεια ώστε κάποιες εποχές του χρόνου κυκλοφορούσαν παντού μασκοφόροι και δεν ξεχώριζε ούτε η ταυτότητα αλλά ούτε η κοινωνική τους θέση.

Κι έτσι -ακόμη και αν αρχικά ο σκοπός ήταν η μυστικότητα σε κάποιες συναλλαγές- σιγά σιγά επικράτησε η απόλυτη ελευθερία στο φέρσιμο, στις συναναστροφές και πάνω απ’ όλα στον έρωτα, όπως, όπου, όποτε και με όποιον ήθελε ο καθένας. Χωρίς ντροπή, χωρίς έλεγχο, χωρίς συνέπειες.

Ο Καζανόβας (από τον γνωστό γόη), ο Γάτος, Η Βενετσιάνα Αρχόντισσα του 15ου αιώνα με τα βαριά κοσμήματα και τις υπερβολικές κομμώσεις, το Λιοντάρι σήμα κατατεθέν της Δημοκρατίας και όλες οι εκφράσεις της φαντασίας γλιστρούσαν στα ήρεμα, σκοτεινά κανάλια, επιδιδόμενοι σε απλές κι πιο σύνθετες ασχολίες, λέγοντας ελεύθερα τι πίστευαν και τι ήθελαν, αφού κανείς δε μπορούσε να τους κρίνει και τίποτα να τους στιγματίσει.

Ιδιαίτερη μορφή εκείνη του Γιατρού της Πανούκλας, μονόχρωμη συνήθως και με πολύ χοντρή και μακριά μύτη σαν ράμφος, ήταν ίσως η μόνη από τις μάσκες που είχε πρακτική σημασία και χρησιμότητα: όταν ο γιατρός επισκεπτόταν του ασθενείς έβαζε μέσα στο κενό του ράμφους υφάσματα ποτισμένα με φάρμακα, ώστε να προστατεύεται από την επιδημία.

Μέσα από το θέαμα και τις ερωτοτροπίες οι Βενετσιάνοι οδηγήθηκαν στην ασυδοσία κι τελικά την παρακμή. Οι νομοθετικές ρυθμίσεις που στόχευαν στον περιορισμό του εθίμου αυξήθηκαν και σοβάρεψαν κι έτσι λίγο πριν από το τέλος του 17ου αιώνα, η περίοδος που επιτρεπόταν η κυκλοφορία με μάσκες περιορίστηκε σε ένα τρίμηνο, ξεκινώντας από την επομένη των Χριστουγέννων. Τελικά μειώθηκε ακόμη περισσότερο στο δεκαπενθήμερο ξεφάντωμα που γνωρίζουμε ως Καρναβάλι πριν από τη Μεγάλη Σαρακοστή.


Η Βενετία σήμερα είναι γεμάτη από εκατοντάδες μαγαζιά που πωλούν μάσκες. Στην πλειονότητά τους πρόκειται για γύψινες μάσκες με ευφάνταστα σχέδια και χρώματα που παράγονται βιομηχανικά και μαζικά για τους τουρίστες. Υπάρχουν ακόμη σήμερα εργαστήρια που φτιάχνουν χειροποίητες μάσκες όπως γινόταν τον καιρό εκείνο.

Φτιάχνουν το γύψινο καλούπι από το οποίο παίρνει σχήμα ένας πολτός από χαρτί, κουρέλια και ένα είδος κόλλας. ΄Οταν αυτή η μορφή πεπιεσμένου χαρτιού στεγνώσει, περνιέται με ένα στρώμα λεπτού γύψου και μετά με ένα προπαρασκευαστικό χρώμα-βάση για τα υπόλοιπα χρώματα και όλα τα άλλα υλικά της μάσκας όπως παγιέτες, φτερά, κουδουνάκια. Βασικό είναι μετά από κάθε στάδιο η μάσκα να αφήνεται αρκετές ώρες για να στεγνώσει πριν προχωρήσει ο τεχνίτης στο επόμενο.

Η διαδικασία είναι κοπιαστική και χρονοβόρα και το αποτέλεσμα πιο χοντροκομμένο από τις γύψινες βιομηχανοποιημένες μάσκες, η αξία τους όμως έγκειται στην τέχνη που μένει αναλλοίωτη μέσα στους αιώνες.

Η διαφορά άλλωστε αντικατοπτρίζεται στις τιμές που ξεκινάνε από λίγες δεκάδες ευρώ και μπορεί να φτάσουν το πολύ μερικές εκατοντάδες, ενώ οι χειροποίητες είναι πιο μεγάλες και εύθραυστες και οι τιμές τους αρχίζουν από αρκετά πιο ψηλά.

Στη Βενετία όλες οι εκφράσεις είναι εδώ πάνω στα ράφια και στις βιτρίνες, κρεμασμένες στα υπαίθρια κιόσκια δίπλα στην αποβάθρα με τις γόνδολες. Και όλες οι επιθυμίες κρύβονται καλά πίσω τους.


Οι μάσκες της Κομέντια ντελ ΄Αρτε

Στις αρχές του 16ου αιώνα στην Ιταλία εξακολουθούσαν να παίζονται στα λατινικά οι κωμωδίες των ποιητών της Ρωμαικής εποχής, του Πλαούτου και του Τερέντιου, που μιμούνται το έργο του κατά εκατό χρόνια παλαιότερου ποιητή Μενάνδρου. Αυτός καθώς έχοντας στερέωσει το ενδιαφέρον του στη μικροαστική ζωή, εγκαταλείποντας την πολιτική σάτυρα της αρχαίας κωμωδίας του Αριστοφάνη, φέρνει στο προσκήνιο νέα πρόσωπα, που σταδιακά απέκτησαν σταθερά χαρακτηριστικά και συγκεκριμένη δράση, τους ερωτευμένους νέους, τους μαστρωπούς, τους φιλάργυρους γέρους, τους παράσιτους δούλους κ.α.. Τα πρόσωπα αυτά, με τα κωμικά τους στοιχεία, πέρασαν στο έργο του Πλαύτου και του Τερέντιου.

Έτσι στις αρχές του 16ου αιώνα στην Ιταλία εμφανίζεται  μια πλειάδα συγγραφέων με Λόγια παιδεία που έχουν ως πρότυπο τους δύο προηγούμενους Ρωμαίους ποιητές. Το έργο τους όμως δεν είχε ιδιαίτερες λογοτεχνικές και σκηνικές αξιώσεις γι αυτό και η πορεία που διέγραψαν δεν υπήρξε λαμπρή. Ωστόσο έμεινε στην ιστορία ως Comedia erudia (Λόγια Κωμωδία) η οποία θ' αποτελέσει τον καμβά της Commedia dell' arte, της αυτοσχέδιας δηλαδή κωμωδίας επαγγελματιών θεατρίνων, που διαφέρει ως προς τη Λόγια στο ότι η δεύτερη είναι έργο επώνυμων συγγραφέων.


Πώς γεννιέται η Κομέντια ντελ άρτε; Πολλοί ερασιτέχνες μίμοι αναπτύσσοντας την πλούσια παράδοση του λαικού θεάτρου αρχίζουν να ψυχαγωγούν τον κόσμο στα πανηγύρια, στους γάμους και κυρίως στο καρναβάλι με αυτοσχέδιες σκηνές εμπνευσμένες από παραστάσεις που είχαν δει στο παρελθόν. Ορισμένα πρόσωπα από τις προηγούμενες λόγιες κωμωδίες, όπως πονηροί δούλοι, τείνουν με την πάροδο του χρόνου ν' αποκοπούν από τα κείμενα και ν' αποκτήσουν αυτοτελή θεατρική οντότητα, την οποία το κοινό επευφημούσε.

Έτσι γεννήθηκε ο Αρλεκίνος, ο παμπόνηρος υπηρέτης, ευρηματικός και σβέλτος, αρχιτέκτονας του γρήγορου κόλπου. Ο γέρος έμπορος  Πανταλόνε, πατέρας ή σύζυγος νεαρής γυναίκας, τσιγκούνης και γκρινιάρης, εύκολο θύμα του υπητέρη. Ο Ντοντόρος, γέρος σοφολογιότατος, που μιλά μια εξεζητημένη μεικτή γλώσσα με πολλά λατινικά ρητά και με τη δράση του διακωμωδεί τις ακρότητες της ανθρωπιστικής παιδέιας. Ο Καπετάνιος, ψευτοπαλικαράς και θρασύδειλος, φαφλατάς κι υπερφίαλος. Ο Μπριγκέλας, υπηρέτης ψεύτης και βραδύνους, κλέβει πορτοφόλια κι άλλα τιμαλφή των κυριών.

 Οι επαγγελματίες  θεατρίνοι της Commedia dell' arte  ως "improvisatori" (improvvisare =αυτοσχεδιάζω, ετοιμάζω επι τόπου) δεν αποστήθιζαν -όπως άλλωστε κι οι ερασιτέχνες μίμοι-  ένα έργο, είχαν όμως ως βάση το σκηνάριο,  ένα προσχέδιο πλοκής και σύμφωνα μ' αυτό αυτοσχεδίαζαν την τροπή που θα έδιναν στη δράση. Το είχαν τοιχοκολλημένο στα παρασκήνια και το συμβουλεύοταν πριν από την έξοδό τους στη σκηνή. Η υπόθεση στρεφόταν συνήθως γύρω από μια ερωτική ιστορία διακωμωδώντας τις δυσκολίες που αναφυόταν για την ένωση των ερωτευμένων, οι οποίοι -όμορφοι καθώς συνήθως ήταν- δεν φορούσαν μάσκες ποτέ.  
Δεν είναι απόλυτα σαφές αν η συνήθεια των Βενετσιάνων να φορούν μάσκες επηρέασε την Κομέντια ντελ άρτε ή αν η τελευταία συνετέλεσε στην καθιέρωση του εθίμου, πάντως αποτέλεσε τελικά ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της. Οι μάσκες είχαν πολλαπλή αξία. Δεν ήταν μόνο ένα προσωπείο αλλά και το έμβλημα ενός προσώπου στο οποίο απέδιδαν συγκεκριμένα διακριτικά γνωρίσματα. Για παράδειγμα ο υπηρέτης Αρλεκίνος φορούσε μάσκα που θύμιζε γάτα παραπέμποντας στην πονηριά του συγκεκριμένου ζώου. Ο κάθε ρόλος είχε πάντα το ίδιο προσωπείο και την ίδια έκφραση. Έτσι, οι ηθοποιοί έπρεπε να δουλέψουν πάνω στη γλώσσα του σώματος, ώστε από το σύνολο των κινήσεων να αντιλαμβάνεται ο θεατής την αλλαγή των συναισθημάτων και της πλοκής.

Οι πρωτόβγαλτοι μάλιστα στη σκηνή φορούσαν υποχρεωτικά λευκή, ανέκφραστη μάσκα, ώστε να εξασκούνται στην συνολική κίνηση του σώματος. Η γλώσσα της Κομέντια ντελ άρτε ήταν τολμηρή όπως άλλωστε κι οι χειρονομίες.

Η μεγάλη δύναμη της Κομέντια ντελ άρτε υπήρξε πάντοτε ο αυτοσχεδιασμός ανάλογα με τα ήθη και την πολιτική κατάσταση κάθε πόλης -μάλιστα ένα χαρακτηριστικό της  ήταν τα λεκτικά αστεία που βασίζονταν στα γλωσσικά ιδιώματα κάθε περιοχής. Ωστόσο όσο κι αν η πλοκή διαφοροποιείτο, κάθε φορά οι ρόλοι ήταν σταθεροί και γνώριμοι, τόσο πολύ που στις περισσότερες περιπτώσεις καθιερωμένων ηθοποιών αυτοί γίνονταν πλέον γνωστοί σε όλον τον κόσμο με το όνομα του χαρακτήρα που υποδύονταν.



Γκότσι και Γκολντόνι

Ο Κάρλο Γκολντόνι γεννήθηκε το 1707 στη Βενετία. Ύπήρξε ένας δραματουργός που αναμόρφωσε την κωμωδία, κατήργησε τις μάσκες κι έστρεψε το μυθογραφικό ενδιαφέρον στην καθημερινότητα της εποχής του. Ο Γκολντόνι δίνει μια μνημειώδη άποψη για τον Αρλεκίνο στο έργο του "Υπηρέτης δυο αφεντάδων". Από τους τυποποιημένους ήρωες της Κομέντια ντελ άρτε πέρασε στα εξατομικευμένα πρόσωπα. Οι ήρωές του είναι ζωντανοί κομψοί, απρόβλεπτοι, διασκεδαστικοί. Για τις καινοτομίες του επικρίθηκε ιδιαίτερα από τους ομότεχνούς του και ειδικά από τον Κάρλο Γκότσι, επίσης διάσημο δραματουργό της εποχής, ο οποίος έμεινε προσκολλημένος στην Κομέντια ντελ άρτε.

"Στοιχεία Θεατρολογίας" του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου