7/1/10

«Koράκια κλεισμένα στο μπουκάλι»

   Ο γερο-Ρακ έκανε να ρίξει μια ματιά στη θάλασσα. Πάντα της έριχνε την τελευταία ματιά. Σήμερα χυνόταν το ίδιο μπροστά του, μα δεν ήταν ίδια. Πίστευε πως η θάλασσα καθρεφτίζει τη σκέψη μας, γι αυτό έχει χίλια πρόσωπα. Ίσως όχι μόνο τη σκέψη μας αλλά και τις βαθύτερες επιθυμίες μας, ίσως όλο αυτό που λέμε έτσι αόριστα «ψυχή». Και σήμερα η θάλασσα έμοιαζε να ξέρει κάτι και να το κρύβει όμως καλά. Σαν να ’ταν κάποιο μυστικό που στροβίλιζε στη ρευστότητά της. Ο αέρας του γρατζουνούσε το πρόσωπο. Έσφιξε πάνω του το φθαρμένο παλτό του και συνέχισε τις διερευνητικές ματιές του στα σκουπίδια. Ένας ολόκληρος κόσμος υπήρχε απλωμένος εκεί. Άγγιξε ένα γυναικείο καλσόν, τρύπιο σε πολλές μεριές. Δίπλα του ένα βιβλίο με ποιήματα, δεν φαινόταν ποιανού μιας κι είχε χυθεί πάνω του καφές. Στα σκουπίδια υπήρχαν τα πάντα κι έτσι έβρισκες ό,τι ήθελες εσύ να βρεις. Έβλεπες εκείνα που έβλεπαν τα δικά σου μάτια. Κάτι χριστουγεννιάτικα στολίδια παραδίπλα, μια ταμπακέρα λίγο χτυπημένη. Ο γέρο-Ρακ την σκούπισε, καλή ήταν, αν και άδεια. Την έριξε στην τσέπη.

   Τα χριστουγεννιάτικα δέντρα κείτονταν σαν κουφάρια από ψοφίμια όταν τελείωναν οι γιορτές. Όλη η λαμπερή ομορφιά τους έφευγε μαζί με το πνεύμα των ημερών, σαν να είχαν πέσει τίτλοι τέλους κι έπειτα τίποτα. Μια τέτοια εποχή έβρισκες εδώ ό,τι μπορούσες να φανταστείς. Ήταν η χαρά του Τζο, του σκύλου, γιατί ήταν γεμάτος ο τόπος από αποφάγια. Φαγητά, φαγητά μέχρι σκασμού, σαν να είχε φάει και να είχε ξεράσει ένας θεόρατος γίγαντας, ίσως το πνεύμα των Χριστουγέννων, σκέφτηκε ο γέρο-Ρακ και μειδίασε. Εκεί, καθώς ψαχούλευε, να σου κάτω από το χέρι του ξαφνικά ένα δερματόδετο βιβλίο, καθαρό κι απ’ τ’ ακριβά. Ποιος ξέρει, σκέφτηκε, ίσως κατά λάθος, πάντως σίγουρα δεν ήταν από τα πράγματα που συναντούσες συχνά στη χωματερή. Έλυσε προσεχτικά τα κορδόνια του, χάιδεψε την ανάγλυφη χαραγμένη αφιέρωση «Στην αγαπημένη μου Αλίσια». Γραμμένες με το χέρι σελίδες που έφταναν περίπου στο ένα τρίτο και στη συνέχεια λευκές. Ο γέρο-Ρακ το ξεφύλλισε, ήταν ένα ημερολόγιο. Το φύλαξε ακουμπώντας το στο στήθος μέσα από το παλτό, έσφιξε τη ζώνη. «Έλα, Τζο, φύγαμε!» φώναξε κι ο σκύλος κάλπασε μεμιάς προς τη μεριά του χαρούμενα. Παφφφ! Ένα κύμα ξέσπασε ξαφνικά στα βράχια κι έπειτα ένα ακόμα το ακολούθησε, πιτσιλώντας και τους δυο τους. Ξ.Π.

(απόσπασμα από διήγημα) Copyright no 11509